Διονύσιος Σολωμός ως εθνικός ποιητής
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Διονύσιος Σολωμός ως εθνικός ποιητής

Γράφει ο Βασίλης Παπαδόπουλος, Πρέσβης

Ο όρος εθνικός ποιητής καθιερώθηκε την εποχή του ρομαντισμού, που συνέπεσε με τις προσπάθειες εγκαθίδρυσης εθνικών κρατών στον κόσμο, τις οποίες συχνά ενίσχυσε και ενέπνευσε. Εθνικός ποιητής θεωρήθηκε αυτός που εξέφραζε καλύτερα την ταυτότητα, τις αντιλήψεις και τις αξίες ενός λαού που συνήθως αποζητούσε την ελευθερία του και πάσχιζε για την ίδρυση εθνικού κράτους.
Είναι πολλοί οι Έλληνες ποιητές που έχουν μιλήσει με μεγάλη αγάπη και πατριωτισμό για την Ελλάδα. Που έχουν περιγράψει με δεξιοτεχνία τη χώρα και τους ανθρώπους της (Θεέ μου πρωτομάστορα, μ’ έχτισες μέσα στα βουνά, μ έκλεισες μεσ’ τη θάλασσα ), την κληρονομιά της (μα πιο πολύ η Αντιόχεια καυχιέται που είναι πόλις ελληνίς ) και τα πάθη της (αγγελικό και μαύρο φως ). Αλλά και που ύμνησαν συνολικά την αγάπη στη χώρα αυτή, όπως ο Παλαμάς (Γύρω σου, Ελλάδα ιδεατή, πόσες με σάρκα Ελλάδες! Χαίρε, και των αρματολών Ήπειρος και του Πύρρου, των Αλεξάντρων και η ορμή κι ο εξάμετρος του Ομήρου ).


Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι για την περίπτωση της Ελλάδας ο τίτλος ανήκει στο Δ. Σολωμό και μάλιστα για περισσότερους λόγους από ότι σε άλλες χώρες. Ο ζακυνθινός ποιητής, που μορφώθηκε στην Ιταλία και έζησε στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, εμπνεύστηκε από τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, και με τη σειρά του τον ενέπνευσε, αξιώθηκε να δει την Ελλάδα να αποκτά κρατική υπόσταση, πάλεψε όλη του τη ζωή για κυριαρχία πάνω στην ελληνική δημοτική γλώσσα και πέθανε σε ηλικία 59 ετών στην Κέρκυρα.
1 . Το έργο του «ύμνος εις την ελευθερίαν» ενίσχυσε το φρόνημα του επαναστατικού αγώνα κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1823 και ενθουσίασε τους αγωνιζόμενους Έλληνες συμβάλλοντας στην προσπάθεια της απελευθέρωσης. Το συνέθεσε στη Ζάκυνθο, μέσα σ’ ένα μήνα, γράφοντας τις 158 στροφές του με μια διάθεση λυρικού ενθουσιασμού. Είναι πηγαίο, ορμητικό ποίημα και καθιερώνει αμέσως τον εικοσιπεντάχρονο ποιητή. Όπως γράφει ο Πολυλάς, χαρακτηρίζεται από «ζωντανή φωνή, κάλλος της μορφής και ξάστερο βάθος του λόγου» . Παρότι ορισμένες στροφές του ποιήματος υστερούν σε σχέση με άλλες και πάντως οπωσδήποτε από τα έργα της ωριμότητάς του, η δύναμη της περιγραφής του και η δραματική ένταση είναι εντυπωσιακές:

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Εξάλλου οι δύο πρώτες στροφές έγιναν μια δεκαετία μετά το θάνατο του ποιητή ο εθνικός ύμνος της χώρας μας, ίσως γιατί εξέφρασαν καλύτερα από οποιουσδήποτε άλλους στίχους τον έμφυτο στον Έλληνα πόθο για ελευθερία και παράλληλα την εξιδανίκευση της έννοιας, περιγράφοντάς την με δραματική δύναμη και έμπνευση που ταιριάζει πλήρως στην ελληνική ψυχοσύνθεση. Στο ποίημα ταυτίζεται η Ελευθερία με την Ελλάδα που διατρέχει όλη τη γη για να ξυπνήσει τους Έλληνες να αγωνιστούν βγαίνοντας από το λήθαργο της σκλαβιάς, αλλά και τους ξένους να τους στηρίξουν. Περιγράφει τα κατορθώματα, διεκτραγωδεί τις συμφορές και στηλιτεύει τις αδυναμίες των Ελλήνων.

2. Εθνικός ποιητής είναι όμως και για έναν άλλο λόγο, εξίσου σπουδαίο, αν όχι σπουδαιότερο. Ο Σολωμός υπήρξε ο ποιητής που παρέλαβε μια ακατέργαστη δημοτική γλώσσα, παραμελημένη από την επικρατούσα παράδοση μίμησης των αρχαίων ελληνικών από τους λόγιους και τις κρατικές και εκκλησιαστικές δομές 20 αιώνων και της έδωσε πραγματική υπόσταση. Είχε την ακράδαντη πεποίθηση ότι το μέλλον της ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στη ζωντανή δημοτική γλώσσα, πεποίθηση που περιγράφει γλαφυρά στο πεζό του κείμενο «Διάλογος» μεταξύ Ποιητή και Σοφολογιότατου όπου συγκρούονται οι αντιλήψεις της δημοτικής και της επικρατούσας τότε καθαρεύουσας της οποίας εμπνευστής ήταν κυρίως ο Κοραής.

Δύο ήταν τα βασικά στηρίγματά του στην προσπάθεια αυτή: Αφενός το δημοτικό τραγούδι και αφετέρου τα μεγάλα έργα της κρητικής αναγέννησης του 1600, και ιδίως ο Ερωτόκριτος. Ο Σολωμός επεξεργάστηκε γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, απέβαλε από τη γλώσσα τα στοιχεία της κάθε τοπικής διαλέκτου, πράγμα καθόλου ευκαταφρόνητο την εποχή εκείνη, την μετέβαλε σε εργαλείο ευλύγιστο και ζωντανό για την έκφραση «των κινημάτων της φαντασίας του» όπως γράφει. Με τον τρόπο αυτό την ενέταξε στη αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, του πολυτιμότερου γνωρίσματος της εθνικής μας ταυτότητας. Ακριβώς όπως ο Δάντης απελευθέρωσε την ιταλική γλώσσα από την τυραννία των λατινικών που χρησιμοποιούσαν οι λόγιοι επί αιώνες και εξύψωσε την τοπική καθομιλουμένη διάλεκτο της Τοσκάνης αποκαλούμενη περιφρονητικά volgare, στη σημερινή ιταλική, έτσι και ο Σολωμός κλήθηκε να τελέσει ταυτόχρονα και τους δύο αυτούς άθλους μέσα από την ποίησή του.

Στα ρομαντικά μυθιστορήματα της εποχής του, πολλές φορές μια συνάντηση με έναν άγνωστο αποβαίνει καθοριστική για τη μοίρα ενός ανθρώπου, με ένα σχεδόν μεταφυσικό τρόπο. Έτσι η συνάντηση του Σολωμού με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη τον οδήγησε στο να αναλάβει αυτή την τιτάνια αποστολή. Ο Τρικούπης, κατάλαβε ότι ο Σολωμός είχε τις ικανότητες να αναπλάσει την ελληνική γλώσσα και να προσφέρει στην Ελλάδα μια ανυπολόγιστη υπηρεσία. Πήγε να τον βρει και τον παρότρυνε προς την κατεύθυνση αυτή. Τον κάλεσε να γίνει ο Έλληνας Δάντης. Στις αντιρρήσεις του ποιητή ότι την ελληνική δεν την είχε ποτέ διδαχθεί (τη δημοτική διότι δεν διδασκόταν και την λόγια – κυρίως αρχαία – ελληνική, διότι διδάχθηκε την ιταλική) ο Τρικούπης του αντέταξε ότι τη γλώσσα την ελληνική τη γνωρίζει από τα γενοφάσκια του, ήδη από τα νανουρίσματα της μητέρας του, την μιλά καθημερινά και ότι αυτή τη δημοτική γλώσσα πρέπει απλώς να την επεξεργαστεί.

Έτσι η συμβολή του Σολωμού στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού είναι περισσότερο αξιοθαύμαστη όταν συλλογιστούμε ότι ο ρομαντικός, παθιασμένος, παρορμητικός, εκρηκτικός αυτός ζακυνθινός, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να κυριαρχήσει πάνω στη γλώσσα που άκουγε από τη γέννησή του, από την δεκαπεντάχρονη μητέρα του Αγγελική Νίκλη, υπηρέτρια στο αρχοντικό του Κόντε Νικολάου Σολωμού και μετέπειτα σύζυγό του. Πράγματι η γνώση των ελληνικών του ήταν εμπειρική, και χρησίμευε, όπως και σε όλη την τότε αριστοκρατία των Επτανήσων για να συνεννοείται με το πόπολο, δηλαδή με το λαό. Ο ποιητής είχε διδαχθεί από μικρός τα ιταλικά, πρώτα στη Ζάκυνθο και μετά στην Ιταλία, όπως άρμοζε στους γιούς των ευγενών. Ήταν προϊόν προσωπικού αγώνα να μάθει σωστά ελληνικά και να τα εξυψώσει από μια τοπική διάλεκτο η οποία είχε περιοριστεί στο να εκφράζει πρακτικά κυρίως θέματα, στη φυσική συνέχεια της γλώσσας του Ομήρου. Στην πραγματικότητα ο Σολωμός δεν έπρεπε απλώς να τελειοποιήσει τη γλώσσα. Έπρεπε σε μεγάλο βαθμό να τη μετατρέψει σ’ ένα φιλολογικό εργαλείο αξιώσεων, ικανό για λογοτεχνική δημιουργία.

Η δυσκολία – γράφει στο φίλο του Γεώργιο Τερτσέτη- έγκειται στο να πάρεις κοινούς καθημερινούς ήχους και να τους μετατρέψεις έτσι ώστε να διατυπώνουν έννοιες και εικόνες που να μην είναι ούτε κοινές ούτε καθημερινές, τοποθετώντας τις λέξεις έτσι ώστε να εκφράζουν αυτό που δεν έχει ως τώρα εκφραστεί και εν τούτοις όλοι να το αισθάνονται και να το αντιλαμβάνονται:

Και εθαύμασα, γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουα την ψυχή του ανθρώπου να τραυλίζει (Η γυναίκα της Ζάκυνθος)
Χείλη με χείλη τότε εκολλήθηκαν
Οσα έδωσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια
Στου δυστυχή τα φυλλοκάρδια εμπήκαν (Λάμπρος)

Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα
γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
που έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου (Κρητικός)

Ο Λάμπρος, ο Πόρφυρας, ο Κρητικός και οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι είναι τα έργα στα οποία ο Σολωμός, απαλλαγμένος εντελώς από τις ιταλικές του καταβολές, πέτυχε περισσότερο από κάθε άλλο το στόχο του. Στο τελευταίο, που δούλευε 20 περίπου χρόνια έχει αποκρυσταλλωθεί και η φιλοσοφική άποψή του για τη ζωή. Η σύγκρουση των ηθικών αξιών, του «χρέους», του καθήκοντος δηλαδή, με τα ανθρώπινα πάθη, τα συναισθήματα, τους πειρασμούς. Στη σύγκρουση αυτή πρέπει κατά τον Σολωμό να κυριαρχήσουν η λογική και το χρέος. Αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη ζωή ως μια συνεχή μάχη μεταξύ των δύο, ως μια συνεχή προσπάθεια του ανθρώπου να ελέγξει τα πάθη, τα συναισθήματα και τις αδυναμίες του με το πνεύμα. Για τους αγωνιζόμενους και πεινασμένους Μεσολογγίτες, ο πειρασμός είναι η άνοιξη, η άνθιση της φύσης που τους παροτρύνει να ζήσουν, ενώ το χρέος είναι να θυσιαστούν για την ελευθερία. Έτσι λοιπόν περιγράφει τη δύναμη και τη μαγεία της άνοιξης στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, χρησιμοποιώντας τις απλούστερες λέξεις, που όμως είναι τοποθετημένες στην ιδανική θέση έτσι ώστε να είναι απαράμιλλα εμποτισμένες από συναισθήματα και εικόνες :

Εστησ’ ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα.
Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους ανάκουστος κελαιδισμός και λιγοθυμισμένος

Εδώ μάλιστα βλέπουμε ότι η ποιητική ιδιοφυία του τον οδήγησε, στο Γ’ σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων, να ξεπεράσει κατά πολύ την εποχή του και να εγκαταλείψει την ομοιοκαταληξία, κρατώντας τη μουσική του δεκαπεντασύλλαβου. Θα πρέπει να φτάσουμε στους χαιρετισμούς της Ηλιογέννητης του Παλαμά, 50 χρόνια αργότερα για να δούμε την ελληνική ποίηση να δοκιμάζει το άλμα αυτό ξανά.

Μόνιμα ανικανοποίητος, διαρκώς πασχίζοντας για την τελειότητα μορφής και περιεχομένου, μονίμως αγωνιζόμενος να κυριαρχήσει στην πανάρχαια και ατίθαση γλώσσα, δεν έδωσε ποτέ ένα ολοκληρωμένο ποίημα στην ύστερη περίοδό του. Δυστυχώς μας απομένουν μόνο αποσπάσματα και σχεδιάσματα, αφού μονίμως έσκιζε όσα έγραφε για να τα ξαναγράψει. Η ποιητική του ευαισθησία, ανεπτυγμένη όσο σε λίγους ποιητές, μεταφέρεται στα έργα του με σκόρπιους στίχους και πολλά χάσματα. Εν τούτοις κι αυτά ακόμα τα θραύσματα που μας άφησε έχουν μια τελειότητα που ενέπνευσε όλη την ελληνική ποίηση που ακολούθησε. Η γλώσσα του αποκτά βαθιές ρίζες και τα χάσματα προδίδουν τον συνεχή αγώνα να την καλλιεργήσει περισσότερο. Είναι ενδεικτικό ότι στα ποιήματα που συνέθεσε στα ιταλικά δεν υπάρχει κανένα χάσμα. Το μουσικό του αυτί, η επιλογή των λέξεων, η μεταφυσική του κλίση και η ρομαντική του διάθεση, μετατρέπουν τις – έστω λιγοστές- φράσεις του σε αξεπέραστη κληρονομιά για τους επιγόνους.

Ο Σολωμός πράγματι δημιουργεί μεγάλη ποίηση και δίνει νόημα στις πιο απλές λέξεις ενώ ταυτόχρονα προκαλεί αισθητική συγκίνηση και νοηματική απόλαυση. Του οφείλουμε τη σημερινή δημοτική γλώσσα μας, τη συνέχειά της, σε μεγάλο βαθμό την εθνική μας ταυτότητα, αυτό δηλαδή που τόνισε ο Σεφέρης στη Στοκχόλμη: η γλώσσα μας δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που παρουσιάζει κάθε τι ζωντανό, αλλά μας παραδόθηκε χωρίς κανένα χάσμα.
Και προσθέτει στο δοκίμιό του για την ελληνική γλώσσα : Την πορεία της τη χάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού .

26/8/21