Ο Παναγιώτης Κάλκος (1818-1875) ήταν γόνος παλιάς Αθηναϊκής οικογένειας. Ως ορφανό του απελευθερωτικού αγώνα, στάλθηκε στο Ναύπλιο και στη συνέχεια με άλλα ορφανά παιδιά και κατόπιν εντολής του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, στο Μόναχο. Στο Μόναχο, ο Κάλκος σπουδάζει αρχιτεκτονική με υποτροφία του βασιλιά Όθωνα. Με την ολοκλήρωση των σπουδών του επιστρέφει στην Αθήνα και κάνει τα πρώτα βήματα του στην οικοδόμηση των ανακτόρων (1836-1847), δίπλα στον Βαυαρό αρχιτέκτονα Ρίντελ, ο οποίος διευθύνει το έργο του Γερμανού Γκέρτνερ (Friedrich Wilhelm von Gärtner) του αρχιτέκτονα των ανακτόρων του Όθωνα.
Το αρχιτεκτονικό έργο του Κάλκου δεσπόζει στη μνημειακή και εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της πρωτεύουσας. Η «Βαρβάκειος Πρότυπος Σχολή» (σχεδιασμός και ανέγερση - κατεδαφισμένη σήμερα) του ανατέθηκε το 1857. Σε δύο έτη ολοκληρώνει το πρώτο του μνημειακό κτίσμα σε νεοκλασικό Ελληνικό ρυθμό. Αργότερα, το 1866 του ανατίθεται μέρος σύνταξης σχεδίων του Αρχαιολογικού μουσείου. Σύμφωνα με τα σχέδια του Κάλκου, στο Αρχαιολογικό μουσείο έχουν ανεγερθεί η πτέρυγα της πρόσοψης, η κεντρική αίθουσα και η βόρεια πτέρυγα.
Η συνεχής ανάπτυξη της ανοικοδόμησης της Αθήνας μετά τον καθορισμό της ως πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους (1834) σηματοδοτεί την ανάγκη πρόσληψης ενός αρχιτέκτονα στο Δήμο. Ο Κάλκος από το 1870 προσλαμβάνεται ως ο αρχιτέκτονας του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος αναλαμβάνει την ανέγερση μνημειακών δημόσιων κτιρίων και ιδιωτικών αστικού χαρακτήρα. Το έτος 1872 αναλαμβάνει την ανέγερση του Δημαρχείου Αθηνών, του Βρεφοκομείου στην οδό Πειραιώς και του Δημοτικού Σχολείου της Πλάκας.
Η ψηφίδα προστέθηκε μετά από πρόταση της κυρίας Γεωργίας Λιάπη.










































































































